A place I call home.

Ένα από τα πολλά δηλαδή αλλά τούτο εδώ έχει μαζί του και το πρώτη φορά εξωτερικό για εμένα.
Θυμάστε που σας είπα ότι μικρά δεν μας έπαιρναν οι γονείς μας στα ταξίδια έξω? Που έλεγαν ότι θα πηγαίναμε όταν μεγαλώναμε για να τα θυμόμαστε καλύτερα και εγώ με την αδερφή μου σκάγαμε?
Ήρθε λοιπόν κάποτε η μέρα που μας πήρανε μαζί. Μας φόρτωσαν εμάς και το σπίτι και φύγαμε Βρυξέλλες.

Το να φεύγεις 18 χρονών, πρώτη φορά εξωτερικό, έτος 1994 από το αεροδρόμιο Ελληνικό και να προσγειώνεσαι στην καρδιά της Ευρώπης υπήρξε ένα μεγάλο πολιτισμικό σοκ. Μέσα από το δικό μου πολιτισμικό σοκ έλα να θυμηθείς πως ήταν η Ελλάδα που άφησα και να γνωρίσεις καθημερινές Βρυξέλλες. Αν πάλι βιάζεσαι, μπορείς να κάνεις jump προς το τέλος, στη λίστα με τα 5 myFavourites που νοσταλγώ και προτείνω αλλά δεν θα έχεις μπει στο κλίμα (its up 2 you).

Όταν προσγειώθηκε το αεροπλάνο, μου έκανε εντύπωση πόσο παχύ μπορούσε να είναι ένα σύννεφο. Θυμάμαι που κατέβαινε, κατέβαινε και εγώ σκέφτηκα απελπισμένη ότι δεν θα δω ήλιο ποτέ ξανά.


Μέχρι τότε την Πατησίων την είχα για μεγάλο δρόμο και πολύ απόρησα με το πόσο στενάκι μου φάνηκε όταν την ξαναείδα ένα χρόνο μετά (δεν είχαμε Αττική οδό ακόμη).

Από την πρώτη στιγμή, έσπαγα το κεφάλι μου, που στο καλό ήταν τα γαλλικά που μάθαινα στο γυμνάσιο. Το μόνο που θυμόμουν από το βιβλίο ήταν ο πύργος του Eiffel (άσχετο) και το Atomium (τουλάχιστον αυτό ήταν σχετικό).

Μετά από την πρώτη μέρα υπερέκθεσης στη γλώσσα είχα πονοκέφαλο και το βράδυ ξεθάφτηκαν από το υποσυνείδητό μου μόνο οι λέξεις la porte και l’orange. Όχι και τόσο χρήσιμες από μόνες τους και έτσι άρχισα μαθήματα.

Η βιασύνη να εγκλιματιστείς και η άμεση ανάγκη να μιλήσεις τη γλώσσα οδηγεί σε ‘πατάτες’. Αρχάριος wannabe γαλλόφωνος που ψάχνει τασάκι (τότε κάπνιζαν παντού, ακόμη και στο αεροπλάνο) κάνει τουλάχιστον μια φορά το λάθος και ζητάει cendrillon (σταχτοπούτα) αντί για cendrier (σταχτοδοχείο). Κάθε αρχάριος που θέλει να γίνει φιλικός κάνει το ακόμη μεγαλύτερο και κάπως embarrassing λάθος να θεωρήσει ότι αφού το ένα φιλί είναι un baiser, το ρήμα φιλώ λογικά θα είναι baiser. Έλα μου όμως που δεν είναι. Το ρήμα baiser είναι the f-word.

Δεν μπορούσα να μη θαυμάσω το πως ακόμη και όταν βρίζουν γαλλικά ακούγεται τόσο γλυκά και εύηχα.

Είναι απίστευτο το πόσο γρήγορα μπορείς να μάθεις μια γλώσσα όταν ζεις στη χώρα που τη μιλάνε και τη χρειάζεσαι. Μετά από αυτό κάθε φροντιστήριο σου φαίνεται τεράστιο χάσιμο χρόνου. Είναι όμως επίσης απίστευτο το πόσο γρήγορα μπορείς να την ξεχάσεις όταν γυρίζεις σε μια χώρα που δεν έχεις κανένα ερέθισμα πια.

Με θυμάμαι να κλαίω 3 φορές.
1η – Σε συναυλία του Νταλάρα είχα πλαντάξει (ειδικά στο Ήρθα και απόψε στα σκαλοπάτια σου, δεν υπήρχε σταματημός)
2η – Όταν είδα ένα γιαουρτάκι Total σε super market Delhaize και διάβασα Creme de yaourt grecque.
3η – Στο σταθμό του μετρό Schuman κάτω από το χαρακτηριστικό κτίριο της Ευρωπαϊκής ένωσης (Berlaymond) που τότε ήταν σε φάση ανακαίνισης, ακούγοντας έναν άστεγο να παίζει ‘Τα παιδιά του Πειραιά‘. Έτρωγα τη βάφλα μου στο κρύο και ένα δάκρυ μοναχό κύλησε (αυτός πρέπει να είχε μαζέψει πολλά κέρματα, γιατί κυκλοφορούσαν πολλοί Έλληνες στην περιοχή).

Και κάπου εδώ είπα να γίνω πιο international
Άρχισα να πηγαίνω για καφέ μόνη μου (στην Ελλάδα του τότε έτσι και το έκανες αυτό θα σε κοιτούσε όλο το μαγαζί με λύπηση γιατί σίγουρα κάποιος θα σε είχε στήσει)
Στις καφετέριες, μοιραζόμουν μεγάλα τραπέζια με άσχετους (εδώ σίγουρα θα το περνούσαν για πέσιμο)
Πήγαινα σινεμά το μεσημέρι στο Kinepolis, το πρώτο Multiplex στον κόσμο με 25 αίθουσες (το village στην Φραγκοκλησιάς άνοιξε κάποια χρόνια μετά)
Έπαψα να βλέπω όλους τους Ευρωπαίους σαν τουρίστες, που  μόνο έτσι τους ήξερα από την Κρήτη και τη Λέσβο.
Τα μαγαζιά είχαν Χριστουγεννιάτικα από τον Οκτώβρη και είχα τόσο απορήσει … Και που να ‘ξερα ότι μετά από τόσα χρόνια θα ερχόταν και εδώ το trend
Όλες οι ντομάτες είχαν το ίδιο σχήμα και αδιάφορη γεύση (επίσης που να ξερα ότι το ίδιο θα πάθουν οι δικές μας και για να βρεις αρωματική ντομάτα, φέξε μου και γλίστρησα)
Ο καιρός άλλαζε ανά λεπτό ή ανά τετράγωνο. Έβρεχε, έβγαζε ήλιο ή είχε ήλιο μέχρι τη γωνία και μετά σταματούσε (τότε είχαμε πιο ξεκάθαρες καιρικές συνθήκες εδώ)
Οι άνθρωποι λέγανε bonjour, δηλαδή καλημέρα, από το πρωί μέχρι και που είχε ήδη βραδιάσει.
Σε κάθε χαιρετισμό ακόμη και όταν γνώριζες κάποιον για πρώτη φορά φιλιώσουν σταυρωτά 3 φορές.
Πολύ γέλιο στις στάσεις, το χάζευα καμιά φορά από το παράθυρο του τραμ.
Ένας περίμενε, ένας περνούσε.
Φιλιόταν 3 φορές.
1. Ματς 2. Μουτς 3. Ματς.
– Bonjour! Ca va?  (Καλημέρα? Καλά?)
– Ca va. (Καλά).
Ξανά 3 φορές. Ματς μουτς ματς.
Έφευγε ο περαστικός. Έφευγε και το τραμ.
Κάποτε είχα κάτσει ψηλά σε ένα αμφιθέατρο, κοιτούσα αφηρημένα προς τα κάτω και συνειδητοποίησα ότι πρέπει ολόκληρο το αμφιθέατρο να αντάλλαζε ματς μουτς.

Με εντυπωσίαζε όταν στεκόμουν δίπλα δίπλα στο φανάρι με την έφιππη αστυνομία. Το έβρισκα αστείο που το άλογο σταματούσε στο κόκκινο.

Είδα πρώτη φορά μετρό και τραμ, με ταμπέλες που λέγανε ακριβώς την ώρα που θα περάσει. Και περνούσε πάντα ακριβώς. Και μπορούσες να το συνηθίσεις τόσο πολύ που και το λεπτό που περίμενες σου φαινόταν πολύ. Ποιός εσύ, που μέχρι τότε στην Αθήνα, ο μόνος τρόπος που ήξερες ήταν να κάθεσαι σε μια στάση και να περιμένεις ένα λεωφορείο για απροσδιόριστο χρόνο μέχρι να βαρεθείς και να πάρεις ταξί. Τα ταξί δε απλησίαστα εκεί, δεν υπήρχε καν στο μυαλό σου η σκέψη να τα χρησιμοποιήσεις.

Κάθε σταθμός του μετρό έχει και διαφορετική εσωτερική διακόσμηση. Άλλες τοιχογραφίες, άλλο στυλ, άλλη ατμόσφαιρα.

Το Βέλγιο είναι δίγλωσσο. Μιλάνε Γαλλικά και Φλαμανδικά. Φλαμανδικά = Oλλανδικά με μικρές παραλλαγές. Οι ταμπέλες σε δύο γλώσσες, οι ταινίες με δύο μεταφράσεις από κάτω, οι ανακοινώσεις το ίδιο. Τελικά δεν ήταν και τόσο μπερδευτικό όσο νόμιζα. Άσε που ήταν ωραία ασχολία να μαθαίνεις λέξεις και από την άλλη γλώσσα.

Αυτό που δεν ήταν ωραίο ήταν ότι οι Γαλλόφωνοι μεταγλώττιζαν τα πάντα.

Για κάποιο ανόητο λόγο με εντυπωσίαζαν πάντα οι ζητιάνοι που μιλούσαν γαλλικά (ξέρω χαζό .. ήμουν 18 χρονών)

Για οδηγίες μέχρι να μάθω τη γλώσσα ρωτούσα Do you speak english? και η απάντηση ήταν πάντα μα πάντα ‘ε λίτολ‘. Και πολλά να ξέρανε, και λίτολ να ξέρανε και καθόλου να ξέρανε, πάντα το ίδιο θα λέγανε.

Πάντως με όση ταχύτητα απλωνόταν τα γαλλικά στο κεφάλι μου, με ακριβώς την ίδια μαζευόταν τα αγγλικά και ας τα μάθαινα μια ζωή.

Το Βέλγιο είναι η πιο φωτεινή χώρα της Ευρώπης. Όταν ταξιδεύεις και επιστρέφεις νύχτα από τις γύρω χώρες είναι σαν κάποιος να άναψε τα φώτα. Αντίθετα όταν φεύγεις νύχτα από τη χώρα είναι λες και κάποιος τα έσβησε. Ειδικά προς τη Γερμανία. Δες πως ξεχωρίζει ολόκληρη από το διάστημα και πως διαγράφονται τα σύνορα της.

Βέλγιο επάνω από Γαλλία, δεξιά από Αγγλία (map via www.mapsland.com,)

Α! και  μου ρθε και άλλη αναλαμπή από το βιβλίο των γαλλικών του γυμνασίου. Ένα χαλί λουλουδιών στρωμένο στην κεντρική πλατεία των Βρυξελλών την Grande place. Η καλύτερη πλατεία του κόσμου σύμφωνα με τον Victor Hugo, μια από τις καλύτερες της Ευρώπης σύμφωνα με το google. Αυτό το λουλουδένιο χαλί στρώνεται κάθε δεύτερο Αύγουστο. Λουλουδένιο χαλί ακόμη δεν είδα.


Το καλύτερο όμως το έχω αφήσει για το τέλος της λίστας του πολιτισμικού σοκ !!! Στο σπίτι μας υπήρχε μια τρύπα που έκλεινε με καπάκι (δεν εννοώ τη λεκάνη). Άνοιγες το καπάκι, έριχνες τη σακούλα σκουπιδιών μέσα και αυτή εξαφανιζόταν για πάντα, δεν σε απασχολούσε ποτέ ξανά. Για ένα χρόνο σταμάτησα να πηγαίνω τα σκουπίδια. Δεν ξέρω αν στέλνουν ακόμη τα παιδιά να πετάνε τα σκουπίδια, τότε όμως ήταν βασική μας δουλειά.  Οι σακούλες προφανώς μαζεύονταν κάπου στο υπόγειο από όπου τα έπαιρνε όλα μαζί το σκουπιδιάρικο. Δεν το είδα ποτέ και καθόλου δεν με ένοιαζε… μου έφτανε που είχα ξεφορτωθεί το συγκεκριμένο task για ένα χρόνο.

Το όνειρο μου λοιπόν για ταξίδια στο εξωτερικό είχε γίνει πραγματικότητα στο υπερφουλ και εγώ απλά ήθελα να είμαι φοιτήτρια στην Αθήνα με τους φίλους μου. Αυτό μεταφράστηκε σε άπειρη μουρμούρα στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου. Πρέπει να ακούγομαι να γκρινιάζω σε όλες τις οικογενειακές βιντεοκασέτες που τραβούσαμε στα ταξίδια. Μόνο όταν έκανα παιδιά απόρησα με την υπομονή των γονιών μου να μας πηγαίνουν πέρα δώθε.

Λαμπρά έκαναν όμως, γιατί το Βέλγιο είναι τόσο κεντρικά που έχεις εύκολη πρόσβαση σε όλες τις γύρω χώρες. Ταξίδια που, μην κοιτάς τώρα, στην Ελλάδα του τότε τα έκανες με μεγάλη δυσκολία. Και όσο και αν στην αρχή ήμουν με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη, επειδή ο άνθρωπος τα πάντα συνηθίζει κάπου εκεί νομίζω άρχισα να γίνομαι sentimental traveler ψάχνοντας την αίσθηση γιατί χόρτασα sightseeing overloaded. Μπορώ να κάτσω δίπλα σε οποιοδήποτε μνημείο και να γράψω post περιγράφοντας το παγκάκι που καθόμουν.

Παρότι ήταν o χρόνος που οι γονείς μου με έμαθαν τι σημαίνει να επενδύεις στις εμπειρίες, ήταν ο πιο μοναχικός μου χρόνος. Την αγάπησα όμως την πόλη, την περπάτησα, την έκανα δικιά μου. Και ας ήθελα να βρίσκομαι αλλού και να ανήκω κάπου, θυμάμαι ότι σκεφτόμουν ότι είμαι τυχερή που είμαι εδώ.

Και επειδή είπαμε ότι είμαι sentimental traveler, όσες φορές και να επιστρέφω τα ίδια πράγματα θα αναζητώ. Και επειδή εκτός από τον έρωτα νομίζω τα περισσότερα συναισθήματα περνάνε από το στομάχι η λίστα της νοσταλγίας έχει κυρίως φαγώσιμα.

Βάφλες

Λέγονται Waffles ή Gaufres και δεν έχουν καμία σχέση με ότι έχεις φάει εδώ.
Υπάρχουν δύο τύποι. Οι τετραγωνισμένες ονομάζονται gaufre de Bruxelles και οι κάπως ακανόνιστες gaufre de Liege (μια άλλη πόλη του Βελγίου).
Οι Βruxelles είναι πιο ελαφριές και είναι αυτές που συνήθως μπορείς να προσθέσεις επάνω διάφορα. Εδώ εγώ μιλάω για τις ακανόνιστες, τις Liege. Τις πουλάνε σε μαγαζιά και τις πουλάνε και πλανόδιοι.
Προτείνω να την απολαύσεις ως εξής …
Βγαίνεις από το μετρό και ανεβαίνεις προς το σταθμό. Αν ξαφνικά σε πάρει μια γλυκιά μυρωδιά μαζί με την αίσθηση του κρύου, κατευθύνσου προς τα εκεί και ζητά μια gaufre. Θα δεις το ζυμαράκι/μπαλάκι στην ψηστιέρα να πατικώνεται και να ψήνεται. Την παίρνεις στο χέρι καυτή και τραγανή από την καραμελωμένη ζάχαρη. Τη δαγκώνεις και μέσα είναι μαλακή με κομμάτια μισοψημένης ζάχαρης. Προχωράς, βγαίνεις από το σταθμό αρχίζει το κρύο, μπορεί και κανένα ψιλόβροχο αλλά εσύ νοιώθεις ζεσταμένο όλο σου το μέσα. Και κάπου εδώ η μύτη αρχίζει να τρέχει από τη διαφορά θερμοκρασίας του μέσα σου/έξω σου.

For god’s shake ή pour l’amour de dieux, που θα έλεγαν και οι Βέλγοι… πάρε τη βάφλα Liege σκέτη, όχι ντυμένη με σοκολάτα. Μην τα ισοπεδώνεις όλα.  Οι βουτηγμένες σε σοκολάτα δεν θα είναι ζεματιστές-μόλις βγήκαν και μπορεί να είσαι στη χώρα της σοκολάτας αλλά δεν θα σε αφήσει να εκτιμήσεις τη βάφλα σου, θα καπελώσει τα πάντα. Μπορεί εδώ να έχουμε τη βάφλα ως στήριγμα παγωτού και σοκολάτας έχει όμως δική της υπόσταση.

Ας τιμήσουμε το κάθε πράγμα ξεχωριστά ….

Σοκολάτες

και η πάσα μας φέρνει αναγκαστικά στη σοκολάτα…

Το Βέλγιο ήταν πάντα η χώρα της σοκολάτας, πριν 25 χρόνια όμως δεν υπήρχαν 3 σοκολατερί σε κάθε στροφή όπως τώρα. Οι πιο γνωστές ήταν Leonidas, Godiva και Neuhauss. Δικά μου αγαπημένα, αν και νεότερα της διαμονής μου εκεί, είναι τα σοκολατάκια Pierre Marcolini.

Αυτά τα σοκολατάκια δεν είναι για χόρταση, ούτε για χλαπάκιασμα. Θα είναι όμως η πιο φίνα σοκολάτα που έχεις δοκιμάσει. Το μαγαζί είναι σαν να αγοράζεις κοσμήματα και οι τιμές του επίσης. Εδώ μπορείς να πάρεις μια ιδέα. Αυτή η σοκολάτα έχει κάτι τόσο λεπτό στη γεύση της και ειδικά με γεύσεις λουλουδιών γίνεται κάτι ακόμη πιο très élégante (που θα έλεγαν και οι Βέλγοι). Αγαπημένα το γιασεμί και η βιολέτα.

Και τα κουτάκια. Αχ! τα κουτάκια. Δεν ξέρω αν αγοράζω το πακέτο για τη σοκολάτα ή το κουτάκι. Τις φορές που έχω πάρει τα έχω κρατήσει όλα και τα χρησιμοποιώ στο σπίτι και είναι το καλύτερο αναμνηστικό που θα μπορούσα να έχω.

Το πιο εντυπωσιακό κατάστημα Marcolini βρίσκεται στην Place du Sablon και με την ευκαιρία θα δεις και την εκκλησία με τα υπέροχα βιτρό.

Πατάτες

Και ας ξαναγυρίσουμε σε πιο street food. Η ιστορία λέει ότι εδώ ανακαλύφθηκαν οι τηγανιτές πατάτες. Και οι Γάλλοι ισχυρίζονται το ίδιο αλλά εγώ θα πιστέψω τους Βέλγους αν και αλήθεια είναι ότι όταν λες french fries το μυαλό σου δεν πάει στο Βέλγιο. Εδώ λέγονται frites (γαλλικά) ή friten (φλαμανδικά) και είναι το δεύτερο εθνικό τους φαγητό μετά τα μύδια. Έχουν μέχρι και μουσείο για τηγανιτές πατάτες αν και δεν βρίσκεται στις Βρυξέλλες.

Θα τις βρεις στο δρόμο ή σε μικρά μαγαζάκια. Τις παίρνεις σε χωνάκι χάρτινο με σως, συνήθως μαγιονέζα αν και εγώ προτιμώ σως tartar.

Μια από τις πιο παλιές φριτερί είναι το κιόσκι Maison d’Antoine αλλά καλό είναι να πας ώρες μη αιχμής γιατί μπορεί και να χρειαστεί να περιμένεις.

Σουβλάκι

Ξέρω, αναρωτιέσαι τι δουλειά έχει αυτό στη λίστα Βρυξέλλες.

Αν βρεθείς κοντά στην Grande place και ψάχνεις κάτι για γρήγορο τσίμπημα υπάρχει ένας δρόμος που έχει όλο ελληνικά μαγαζιά. Σαντορίνη, Μύκονος, τζατζίκι και νέον. Ο δρόμος λέγεται Rue du marche aux fromages αλλά είναι πιο πιθανό να τον βρεις ρωτώντας που είναι  la Rue des Pitas (o δρόμος με τις πίτες). Εκεί λοιπόν πουλάνε πλέον και κανονικό σουβλάκι, που δεν είχαν τότε αλλά και μια παραλλαγή του, που ήταν και η μοναδική επιλογή παλιά. Μικρή αραβική πίτα κομμένη σαν τσεπάκι με στρώσεις γύρο-λάχανο-σως. Είχε τον πιο βαρύ πικάντικο γευστικό γύρο που έχω φάει. Μπορεί ποτέ να μην κάλυψε το κενό που μου είχε αφήσει το ελληνικό σουβλάκι εκείνη τη χρονιά, γιατί ελληνικό σουβλάκι δεν ήταν αλλά πάντα μου άρεσε πολύ.

Le pain quotidien

που σημαίνει το καθημερινό ψωμί. O αγαπημένος μου φούρνος. Έχει απίστευτο ψωμί. Αυτό το μεγάλο στρογγυλό που βλέπεις, πίσω στη φωτογραφία, αυτό με τις 4 γραμμούλες, είναι ένα ψωμί το οποίο το έχω κουβαλήσει σε βαλίτσα στην Ελλάδα και θα το ξανάκανα. Είναι ένα ψωμί που όσο μπαγιατεύει και σκληραίνει τόσο γίνεται καλύτερο, αντέχει αρκετά και πάει τέλεια με βούτυρο-σολωμό-λεμόνι-πιπέρι.

Το concept του μαγαζιού είναι ζεστασιά και οικειότητα μαζί με αυτή την τέλεια μυρωδιά ψωμιού. Έχει μεγάλα τραπέζια που μπορείς να κάτσεις δίπλα σε άλλους και να φας τις φέτες του με διάφορα συνοδευτικά. Ωραία γεύση. Ωραία αίσθηση.

Το αγαπημένο μου le pain quotidien είναι στη στάση Merode. Εκεί τουριστικός δρόμος δεν θα σε βγάλει. Ψάξτο αν αποφασίσεις να δεις το cinquantenaire , μνημείο για τα 50 χρόνια του Βελγίου με διάφορες εκθέσεις (ίδια στάση metro). Έτσι θα δεις και πιο συνοικιακά μαγαζιά. Αν πάλι δεν πας προς τα εκεί δες στο χάρτη, θα βρεις και σε άλλα σημεία.

Le Roi d’Espagne

Και μετά από τόσο φαγητό … ας πιούμε και ένα καφέ στην καρδιά της πόλης, την Grande place. Πάμε στην παλιά γωνιακή brassserie Le roi d’espagne. Για εμένα είναι αυτό με την πιο καλή συνολική εικόνα της πλατείας.

Αν πετύχεις και τραπέζι στα κάτω παράθυρα μπορείς να χαζεύεις ώρες. Έχω ακούσει ότι το φαγητό είναι καλό αν και δεν με θυμάμαι να τρώω και έχει ιδιαίτερη διακόσμηση. Υπάρχει ένα ολόκληρο άλογο εκεί μέσα και ρώτα τι είναι αυτά που κρέμονται από το φωτιστικό.

Φεύγοντας ας περάσουμε και από το άγαλμα του Everard t’Serclaes στο στενάκι δίπλα από το δημαρχείο. Ένα άγαλμα μαύρο εκτός από συγκεκριμένα σημεία που λάμπουν γιατί γυαλίζονται συνεχώς από τον κόσμο που περνάει χαϊδεύει και κάνει ευχές. Φήμες λένε ότι αν περάσεις από εδώ και το χαϊδέψεις θα ξαναγυρίσεις.

Εγώ το χάιδεψα και ξαναγύρισα, έστω για λίγο. Όσο για τις ευχές έχω μια συμβουλή… όταν τις κάνετε να είναι συγκεκριμένες ευχές με όνομα, επώνυμο και διεύθυνση… Κάποτε είχα ευχηθεί να περάσω στην Αθήνα και να τα φτιάξω με τον Παναγιώτη. Με έναν Παναγιώτη τα έφτιαξα αλλά όχι αυτόν που ευχήθηκα, όσο για την Αθήνα πέρασα αλλά όχι στη σχολή που θεώρησα αυτονόητο ότι ήθελα αλλά σε μια άλλη, που όταν βγήκαν τα αποτελέσματα δεν θυμόμουν καν ότι είχα δηλώσει. Οπότε προσοχή. Να κάνετε ευχές με σαφήνεια. . .

Και κάπου εδώ κλείνω μια μεγάλη βόλτα, χωρίς καν να έχω πει τα πιο αντιπροσωπευτικά της πόλης που σίγουρα έχεις ακούσει και πρέπει να δεις και ας είναι και τουριστικά μερικά από αυτά.

Η Βρυξέλλες έχουν τη φήμη της βαρετής πόλης σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Νομίζω κυρίως επειδή είναι κέντρο multinational business διερχομένων και με όλα αυτά τα βαρύγδουπα ονόματα, συνέδρια, συνασπισμούς. Είναι όμως μια όμορφη πόλη με πάρα πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα.

Και ξέρεις… έχει και πλάκα … έχει για σύμβολο ένα αγοράκι που κατουράει, περπατώντας θα βρεις ένα άγαλμα κοριτσάκι και ένα άγαλμα σκύλου που κατουράνε επίσης. Ανάμεσα στα βαριά art nouveau κτίρια ξεπηδούν άλλα κτίρια ντυμένα με ολόκληρες τοιχογραφίες/graffiti/mural με τον Τεν-Τεν, το Μιλού, τα στρουμφάκια και τους Dalton γιατί εδώ είναι η πατρίδα τους. Έχει παγόδες, μύδια, λαχανάκια, δαντέλες, υπαίθριες αγορές και εύκολη πρόσβαση σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης.

Σε όλα αυτά όμως θα σε τριγυρίσω next time.

Ciao

Υ.Γ. και σας αφήνω με ένα αγαπημένο τραγούδι που μου έκανε παρέα τότε στις περιπλανήσεις μου. Stephan Eicher – Des haut, des bas, με τα πάνω μου και τα κάτω μου δηλαδή.