Κάθε πρωί ανοίγω τα μάτια και αναρωτιέμαι τι ώρα να ναι.
Μου παίρνει λίγο να συνειδητοποιήσω ότι ξυπνάω σε ένα σύμπαν παράλληλο όπου ο χρόνος μετράει διαφορετικά.
Κάθε πρωί προσπαθώ να αποφασίσω αν προτιμώ έξω να βρέχει και να είναι μουντά ή να ανοίξω τα παράθυρα και να βρω χαρά θεού.

Τελικά σηκώνομαι και κάθε πρωί έχει ησυχία

Άλλοτε βουβή, άλλοτε πνιγερή, άλλοτε ανάλαφρη, πάντως ησυχία.
Σαν αυτή του Γενάρη που έλεγα και ας είναι Μάρτης.
Μια ησυχία που ήρθε σοκαριστικά απότομα.

Όταν πρωτοάδειασαν οι δρόμοι μου ‘ρθαν στο μυαλό, 25 χρόνια πριν, κάτι Κυριακές. Νέα, ωραία, φοιτήτρια, μόνη στην Αθήνα, έβγαινα για καφέ το μεσημέρι και δεν υπήρχε παρά ελάχιστος κόσμος. Τότε έτρωγαν οι περισσότεροι μαζί στο σπίτι. Έτσι από μόνοι τους, όχι από καραντίνα.

Είχε καιρό που ένοιωθα πιεσμένη. Που ένοιωθα ότι οι ρυθμοί μας γκαζώνουν και μου έφερναν ίλιγγο. Υπήρχαν φορές που αισθανόμουν ότι ήθελα να βάλω τα χέρια μου στα αυτιά. Σηκωνόμουν πριν ξημερώσει και στο πολύ βάθος ακουγόταν ένα βουητό κάπου μακριά, από την Κηφισίας. Έφευγα με χασμουρητά, βουτώντας ένα καφέ, ενώ ονειρευόμουν τον δεύτερο. Και εκεί, στη στάση, στο μισοσκόταδο ήδη περίμεναν παιδάκια το σχολικό. Σε ένα πρόγραμμα που πιθανότατα θα τελείωνε μετά το δικό μου και με ένα άλλο απογευματινό, μέσα σε κίνηση, σε πέρα και σε δώθε. Διπλές γλώσσες, διπλά αθλήματα και διπλά ή τριπλά παιδιά καμιά φορά. Και από πίσω support γονείς χωρίς χρόνο, σε ρόλο μάνατζερ και ταξιτζή. Ατελείωτες λίστες που δεν κόνταιναν ποτέ. Ψώνια αναγκαστικά. Έξοδα περιττά και δουλειές φορτικές για να καλύψουν όλα τα παραπάνω.

Και ξαφνκά, όλα σταμάτησαν.

Και ήρθαμε μούρη με μούρη με αυτό που τόσα χρόνια λέγανε οι ειδικοί για τα παιδιά, αλλά δεν εφαρμόζαμε ούτε στους εαυτούς μας, ούτε στα παιδιά. ‘Άστα να βαρεθούν για να μάθουν να φτιάχνουν το χρόνο τους, να αποκτήσουν φαντασία, δημιουργικότητα. Για να μπορούν να ακούσουν τη φωνή τους‘. Και εμείς που το είχαμε μάθει μικροί, φαίνεται να το έχουμε από καιρό ξεχάσει.

Μέχρι πριν από λίγο άλλωστε ήταν σχεδόν ντροπή να έχεις χρόνο και να μην κάνεις τίποτα

Αφήνοντας στο πλάι τι πραγματικά συμβαίνει και γιατί το ζούμε όλο αυτό, το pause αυτό καθεαυτό ήταν κάτι που μπορώ να πω ότι εγώ χρειαζόμουν.
Σίγουρα βέβαια όταν αναρωτιόμουν που πάμε, που τρέχουμε, που θα καταλήξουμε και τι θα πρέπει να γίνει δεν είχα αυτό κατά νου.
Το καλύτερο πράγμα στον κόσμο να σου τύχει, όταν είναι αναγκαστικό και overdose αηδία καταντά. Όμως στη ζωή τα πράγματα έρχονται όπως θέλουν, σε ό,τι δόσεις θέλουν, με το δικό τους τρόπο.

Και εμείς τελικά μου μοιάζουμε ανθρωπάκια σε παιχνίδι που περνάνε πίστες

Πάντως στην προηγούμενη ζωή μας, μερικές φορές μου μοιάζαμε και σαν χαμστεράκια που μανιασμένα γυρίζανε ένα τροχό που δεν πήγαινε πουθενά.

Αυτές τις ημέρες βέβαια δεν βρήκαν όλοι την ίδια ησυχία. Πολλοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα που επιδεινώνονται με όλο αυτό ή αποκτούν καινούρια γιατί η ζωή δεν σταματά όσο πατήθηκε το pause.

Μου κόβονται τα πόδια και μόνο που σκέφτομαι ότι θα μπορούσε όλο αυτό να μας είχε τύχει πέρυσι, ακριβώς τέτοιες ημέρες μαζί με ό,τι περνούσαμε σαν οικογένεια. Τότε αισθάνομαι τυχερή και θέλω να κάνω το καλύτερο μου. Θα ήμουν αχάριστη στον εαυτό μου να γκρινιάζω (πολύ τουλάχιστον) ενώ ξεκάθαρα χρειαζόμουν ένα step back. Θα ήμουν αγνώμων να μην βρίσκω όποιον τρόπο μπορώ για να επιβιώσω καλύτερα ενώ ξέρω ότι η ζωή έχει πάντα τον τρόπο της να τα φέρει και πιο δύσκολα. Αλλά θα ήμουν και άδικη να μη με αφήσω να απελπιστώ καμιά φορά.

Την προηγούμενη Δευτέρα, πήγα στη δουλειά. Ήθελα? δεν ήθελα? δεν ξέρω … ένα κομμάτι μου πάντως το είχε φανταστεί λίγο αλλαγή παραστάσεων. Κατέβαινα την Πατησίων, με τον ήλιο ψηλά, την Ακρόπολη στη θέση της (ναι καλά είναι, στέκεται εκεί όπως πάντα, σου στέλνει χαιρετίσματα), να αναπνέω τον καθαρό πλέον αέρα της Ομόνοιας (απίστευτο?) και στο ράδιο έβαλε το Calma (Vamos a la playa).

Ε! βούρκωσα, κάτι το Vamos a la playa, κάτι το ανέμελο που δεν ταίριαζε με τίποτα άλλο, δεν ξέρω αλλά βούρκωσα έτσι από το πουθενά με μια τόσο άσχετη αφορμή.

On top και η παρακάτω ταμπέλα σε μια έρημη στοά καθόλου δεν βοήθησε.

Κάποιες από αυτές τις εταιρίες δεν υπάρχουν πια, ποιος να το πίστευε τις μέρες της δόξας τους.
Θυμίζει τόσο άλλη εποχή, θυμίζει πόσο πάντα θα αλλάζουμε εποχή.

 

Οπότε ακόμη δεν αποφάσισα αν ήταν καλύτερα που άλλαξα παραστάσεις.
Με τα πάνω μου και τα κάτω μου πάντως προσπαθώ να είμαι συνολικά ήρεμη.

Για να είμαι πιο δυνατή για αυτά που περνάνε και κυρίως για αυτά που έρχονται

Για να μπορώ επίσης να σταθώ και για αυτούς που δεν μπορούν. Όπως με τον ιό που δεν πρέπει να αρρωστήσουμε όλοι μαζί, καλό θα ήταν να μην παραφρονήσουμε και όλοι μαζί. Ένας ένας παιδιά. Και όταν είσαι εσύ όρθιος άπλωσε το χέρι και σε κανέναν άλλον.
Προφανώς … άλλος θα είναι πιο θετικός, άλλος θα πει σταδιάλα παλιοκατάσταση. Θα πέσεις, θα σηκωθείς, όμως που και που ας βρίσκουμε κάτι να πιαστούμε, κάτι που να μας βοηθάει να προχωρήσουμε και να καταφέρουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε.

Πέρυσι το καλοκαίρι είχα πάει στη Σπιναλόγγα. Και είχα σταθεί για λίγο σε ένα αυλιδάκι και σκεφτόμουν εκείνους τους ανθρώπους. Και τότε είχα σημειώσει …

Σπουδαίο πράγμα να βρίσκεις τη δική σου κανονικότητα όταν όλα τα άλλα φαίνονται χαμένα

Αν λοιπόν εκείνοι μπορούσαν να γελάσουν, να δημιουργήσουν και να ερωτευτούν, τότε σίγουρα μπορούμε να καταφέρουμε πολύ περισσότερα εμείς μέσα από το σπίτι μας. Θα μου πεις που ερωτεύεσαι τον καιρό της κοινωνικής αποστασιοποίησης? Χμ δεν ξέρω, ίσως τον άνθρωπο που έχεις δίπλα σου, ξανά 🙂

Σε αυτές λοιπόν τις πολύ εξωπραγματικές, στ’αλήθεια όμως πραγματικές συνθήκες προτείνω:
Ας κοιτάξουμε τον εαυτό μας στα μάτια.
Ας ζυγιστούμε μαζί του, αφού ούτως ή άλλως δεν μπορούμε να του ξεφύγουμε και τελικά κάποια στιγμή θα αναμετρηθούμε, ας είναι τώρα που τυχε.
Ας θυμηθούμε όλες τις φορές που είπαμε ‘Αχ ας μην πήγαινα στη δουλειά’
Και όλες τις άλλες που είπαμε ‘Αν είχα χρόνο’
Ας εκμεταλλευτούμε ό,τι μπορούμε από την κατάσταση ελπίζοντας για το καλύτερο αποτέλεσμα.
Ας κάνουμε όλα όσα θέλαμε πάντα στο σπίτι, και να ξέρεις, αν δεν το κάνεις και αυτή τη φορά δεν θα το κάνεις ποτέ.
Ας αδειάσουμε τα ντουλάπια, ας βάλουμε τάξη
… ίσως και όχι
Ας κάτσουμε στη θέση μας για λίγο χωρίς να ψάχνουμε την επόμενη μας κίνηση.
ή Ας πετάξουμε απλά τάπες όπως στο Τενεσί.

Βρέθηκα τις προάλλες να κόβω ένα καρότο σε μικρά μικρούτσικα στικς. Τόσο αφοσιωμένη και καλή δουλειά δεν θυμάμαι από πότε είχα να κάνω…

Aν αυτό δεν είναι το mindfulness που ψάχναμε διακαώς τα τελευταία χρόνια τότε τι είναι?

Και είναι στα μικρά που συγκεντρώνομαι γιατί τα μεγάλα δεν τα πιάνω στην πλήρη τους διάσταση. Είναι κυριολεκτικά αυτό που λέμε ‘Δεν το χωράει το μυαλό μου‘. Δεν μπορώ να επεξεργαστώ ταυτόχρονα όλες τις πτυχές αυτής της κατάστασης. Γι’ αυτό για την ώρα πιάνω ακρούλες, προτιμώντας εκείνες που μπορώ να νομίζω ακόμη, ότι έχω έναν κάποιο έλεγχο. Η μόνη τέτοια ακρούλα που βρίσκω είναι ο εαυτός μου και η σπιτική μου ζωή και με αυτά καταγίνομαι. Με το πάσο μου βέβαια αφού φαίνεται χρόνος να υπάρχει και χωρίς να σκέφτομαι ακόμη το αύριο που μοιάζει πρωτόγνωρα άγνωστο.

Κλείνοντας να δηλώσω ότι είμαι πολύ κοντά σε εκείνο το όριο που χάνεις ποια μέρα είναι και αρχίζεις και αιωρείσαι κάπου στο χρόνο.

Ciao

 

 

Υ.Γ. 1 Το post είχε ξεκινήσει για το πως περνάμε την εποχή του κορονοϊού αλλά τελικά μου βγήκε πιο θεωρητικό (έλα? πως το ‘παθα?). Το επόμενο θα είναι πιο everydayLife και μαζί με αυτό και το Όλοι φοβόμαστε… ελπίζω να κλείσω τη δική μου τριλογία του κορονοϊού και μετά να πω κάτι πιο ανάλαφρο, να αφήσω το μυαλό μου να ταξιδέψει, να ξεχαστώ, να αφεθώ σε αυτό το παράλληλο σύμπαν που ζούμε.

Υ.Γ. 2 Ο τίτλος προέκυψε από το In times of trouble του  Let it be και όχι από το Love in the time of cholera